Δευτέρα, 02 Νοεμβρίου 2009

πίσω από το παράθυρο,κρυμμένη έτσι που ο πεύκος
έκοβε τον ήλιο στα δυο
κυκλωμένη από την χορωδία των τζιτζικιών
κι η γη καυτή τρίαινα καρφωμένη στη μήτρα
ανατολικά της ηδονής, πόσα τα στόματα που βλαστημούν
καρφωμένο ένα καλοκαίρι της αναζήτησης

γυναίκα που στον απόηχο ενός μεσημεριού άγγιξες,
κισσός δυσδόκιμος στην αγκαλιά του τοίχου

μ'άργησε ο κρίνος τ'ουρανού
και τ'αλγεινά μελτέμια
ζώσαν τις πύλες,ουρλιαχτά
άλογα, δίχως γκέμια

κάμαρα η ορισμένη με λιβάδια τριφύλλια
ανοιχτά από παντού στους ανέμους
χρυσόχοα λόγω παλαιότητας,
μα δεν έφτανε ποτέ στα χείλια της το φύσημα
πόσο τα βλέφαρα ν'αγγίξει

-άσεμνε κόσμε, που κουβαλάς ευθύνες
άγουρα είν' τα δάκρυα και μην τα λογοκρίνεις
γιατί εσύ που ξαγρυπνάς στις ώρες
στους τοίχους σέρνεται η μυρωδιά του γιασεμιού
σκληρή,αφυδατωμένη απ' τη ζέστη
κι εγώ τις των λοφοπλαγιών τις πέτρες αντηχώ
έτσι τη γλώσσα επήραν μου τα ύψη του ανέμου
κι αρυθμώ
είν'της κατρακύλας θόρυβος αψύς ή κούφιος

τις θλίψεις ο μάντης έμαθε
τόσες λέξεις περασμένες σκουριά
κι οι πληγές οι ξεραμένες στην σιωπή
φουσκώνουν και ξεφουσκώνουν
κι η κυρά κρύβεται στις χαραμάδες πατζουριών,
να βλέπει ίσως, να μην την βλέπουν

Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009

δέξου το νέο αίμα
σαν τίμημα γλυκό της ήβης
πάντα αλεξέλπιδος πάντα κυανός στο βάθος της ίριδας
δέξου γιατί ειμ' εγώ που κυνηγώ στο τέλος να πεθαίνω
γιατί ειν'το φευγιό φιδίσιο βήμα στα χνώτα της σελήνης
μίλησε η μέρα μίλησε το κύμα μα προκοπή δεν βγήκε
στ' ακρογιάλι της ηδονής

Κυριακή, 20 Σεπτεμβρίου 2009

Αναστηλώνεται η μεγάλη όψις του φθινοπώρου
πως κάποτε στις φυλακές του Ρέντινγκ έλαμπαν, μεσίστιες
της θλίψης
οι σημαίες κάποτε ίσως πάλι λάμψουν

εκείνος γράφει ευγενικά σονέτα, γερμένος ελαφρά
στην πάνω πόρτα της αβύσσου
γύρω του αγάλματα παρελαύνουν όπως πάντα φθαρμένα έτσι τώρα
πιο λειψά, μα

τον έβδομο μήνα, τον χλωρό, τα χνώτα του
που μυρίζουν χώμα σαλιγκάρια ξεθωριασμένη ηδονή
του θέρους, φασκιωμένο
θα με βρεις στην κορυφή ενός απογεύματος

γιατί ο άλλος προσμένει πιο σκληρό
έναν χειμώνα που θ'αγριέψει τα γένια που το μέσα πρόσωπο
θα οστεώσει κρυμμένος έτσι στις κόγχες
των τροπαίων

Έτσι καθρεφτισμένο το φως ίσως αναδυθεί
γέννημα-θρέμμα της πίστης ώστε να πάρουν πάλι οι αίγαγροι τ'ουρανού
το δρόμο τους και τα πουλιά που αγκαλιάζουν τη γη
με τις φτερούγες τους

ο τρίτος που μας πέταξε στο σκότος, που την σιωπή ορίζει
που τους λογαριασμούς του με τις αντανακλάσεις του φωτός
έκλεισε νωρίς αυτός ήξερε το ρυθμό και το μέλος:

Κει που την πίκρα μου 'ταξες να αρματέψω πρώτη
κει που το στήθος πιάστηκε σε αραχνένιο τόπι
ριγά το χέρι το ζερβό, μιλά βουβό το χείλι
κι όπου κι αν σέρνεις το χορό με θα'χεις στο μαντήλι

Δευτέρα, 07 Σεπτεμβρίου 2009

παρουσία νέου φθινοπώρου, η ανάγκη σου
τόσο που να μην μπορείς να πεις αν σε νότισε το πρωτοβρόχι
ή κάτι άλλο που στα καράβια της σιωπής φορτώνεται
τυλίγεται σφιχτά πάνω σου στα δεκαεννιά και σε παρακινεί
σε νόστο στις πατρίδες που δεν γνώρισες
και έτσι όπως μια κουρτίνα από ωχρά φύλλα στολίζει τα μάτια
το μήνα της Κυράς
έτσι αρχίζει μ'ένα με δυο χτυπήματα ο νέος γύρος
για μια ζωή χωρίς ελπίδα
χωρίς ελευθερία
μόνο σπαρακτική τρυφερότητα, αδερφέ
για αυτά που δεν μπορεί να στα "εξηγήσει" κανείς