έκοβε τον ήλιο στα δυο
κυκλωμένη από την χορωδία των τζιτζικιών
κι η γη καυτή τρίαινα καρφωμένη στη μήτρα
ανατολικά της ηδονής, πόσα τα στόματα που βλαστημούν
καρφωμένο ένα καλοκαίρι της αναζήτησης
γυναίκα που στον απόηχο ενός μεσημεριού άγγιξες,
κισσός δυσδόκιμος στην αγκαλιά του τοίχου
μ'άργησε ο κρίνος τ'ουρανού
και τ'αλγεινά μελτέμια
ζώσαν τις πύλες,ουρλιαχτά
άλογα, δίχως γκέμια
κάμαρα η ορισμένη με λιβάδια τριφύλλια
ανοιχτά από παντού στους ανέμους
χρυσόχοα λόγω παλαιότητας,
μα δεν έφτανε ποτέ στα χείλια της το φύσημα
πόσο τα βλέφαρα ν'αγγίξει
-άσεμνε κόσμε, που κουβαλάς ευθύνες
άγουρα είν' τα δάκρυα και μην τα λογοκρίνεις
γιατί εσύ που ξαγρυπνάς στις ώρες
στους τοίχους σέρνεται η μυρωδιά του γιασεμιού
σκληρή,αφυδατωμένη απ' τη ζέστη
κι εγώ τις των λοφοπλαγιών τις πέτρες αντηχώ
έτσι τη γλώσσα επήραν μου τα ύψη του ανέμου
κι αρυθμώ
είν'της κατρακύλας θόρυβος αψύς ή κούφιος
τις θλίψεις ο μάντης έμαθε
τόσες λέξεις περασμένες σκουριά
κι οι πληγές οι ξεραμένες στην σιωπή
φουσκώνουν και ξεφουσκώνουν
κι η κυρά κρύβεται στις χαραμάδες πατζουριών,
να βλέπει ίσως, να μην την βλέπουν
